ταχύτητα

ταχύτητα
[-ης (-ητος)] η скорость, быстрота

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "ταχύτητα" в других словарях:

  • ταχύτητα — Στη φυσική, ανυσματικό μέγεθος που εκφράζει την ταχύτητα με την οποία ένα κινητό σημείο διατρέχει την τροχιά του· η τ. συνήθως ορίζεται αν το διάστημα που έχει διανυθεί διαιρεθεί διά του χρόνου που απαιτήθηκε για να διανυθεί. Η έννοια της τ.… …   Dictionary of Greek

  • ταχύτητα — η 1. γρήγορη κίνηση, γοργότητα, γρηγοράδα: Αυτά έγιναν με μεγάλη ταχύτητα. 2. το διάστημα που διανύει ένα κινητό πράγμα σε μια μονάδα χρόνου ή ο αριθμός των στροφών: Ταχύτητα του αυτοκινήτου. – Μηχανή με ταχύτητα χιλίων στροφών …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ταχυτῆτα — ταχυτής quickness fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταχύτητα — ταχύτης fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαφυγής, ταχύτητα — (Αστρον.). Η ελάχιστη ταχύτητα που πρέπει να αποκτήσει ένα σώμα, ώστε, όταν εκτοξεύεται από την επιφάνεια ενός πλανήτη, να απομακρυνθεί από αυτόν χωρίς η δύναμη της βαρύτητας του πλανήτη να μπορεί να το συγκρατήσει και να το επαναφέρει στην… …   Dictionary of Greek

  • κρίσιμη ταχύτητα — Όρος της υδροδυναμικής που δηλώνει την ταχύτητα με την οποία η στρωτή ροή (τα στρώματα του ρευστού φαίνονται να κινούνται με ομοιόμορφο τρόπο) ενός ρευστού μετατρέπεται σε τυρβώδη (ακανόνιστη και χαοτική). Η ταχύτητα αυτή εξαρτάται από τη μορφή… …   Dictionary of Greek

  • γραμμική ταχύτητα — Η απόσταση που διανύει στη μονάδα του χρόνου ορισμένο σημείο ενός σώματος που περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του …   Dictionary of Greek

  • ταχυτῆτ' — ταχυτῆτα , ταχυτής quickness fem acc sg ταχυτῆτι , ταχυτής quickness fem dat sg ταχυτῆτε , ταχυτής quickness fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Η περιορισμένη ή ειδική σχετικότητα,— — Από τις πιο επαναστατικές συνέπειες των αξιωμάτων που διατυπώθηκαν είναι αναμφισβήτητα η ανάγκη της εγκατάλειψης της έννοιας του απόλυτου χρόνου. Για να καταλάβουμε πως φτάνουμε στο αποτέλεσμα αυτό, ας φανταστούμε μια υποθετική βάση, που… …   Dictionary of Greek

  • κινηματική — Κλάδος της μηχανικής ο οποίος μελετά τις γεωμετρικές ιδιότητες της κίνησης των υλικών σημείων, αλλά και των στερεών σωμάτων. Τα θεμελιώδη μεγέθη της κ. είναι το μήκος και ο χρόνος. Τα υπόλοιπα μεγέθη (ταχύτητα, επιτάχυνση) προκύπτουν από τα… …   Dictionary of Greek

  • Τσερένκοφ, Πάβελ Αλεξέγεβιτς — Ρώσος φυσικός (; 1904). Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο του Βορονέζ. Το 1934, μελετώντας, σε συνεργασία με τον Βαβίλοφ, το φως που εκπέμπεται από τα υγρά τα οποία δέχονται τη δράση της ακτινοβολίας, παρατήρησε μια ελαφρά φωτεινότητα… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»